"Here we are again, my broken bird.
The waves are coming... carrying you away... but you can't go.
No -- you have to stay.
Always half-aware of yourself."
"Here we are again, my broken bird.
The waves are coming... carrying you away... but you can't go.
No -- you have to stay.
Always half-aware of yourself."
- Πήγαινε και εδώ είμαι εγώ, έλεγες. Και έτσι, πήγα. Στα πέρατα του κόσμου. Τώρα έχω μόνο τις αναμνήσεις από εσένα, αγαπημένη μου lonely soul.
- Θα ήθελα τόσο πολύ να σου πω τι έχω δει, τι έχω μάθει, τι είμαι. Θα ήθελα να ήμουν πιο υπομονετικός στο να ακούω τις ιστορίες σου. Για τον πρώτο σου έρωτα, για την αληθινή αγάπη, για το αν οι πρώτες μου αναμνήσεις από αυτόν τον κόσμο είναι αλήθεια ή απλά τις έχω ονειρευτεί.
- Έχω κρατήσει όλα τα ποιήματα σου. Είναι ό,τι πολυτιμότερο έχω.
- Είναι τόσο αστείο, δεν έχουν ιδέα ποια ήσουν. Κανείς τους δεν έχει, κανείς τους δεν σε ήξερε.
- Σήμερα, θα προσπαθήσω να ονειρευτώ εικόνες από την ζωή σου.
Belly of the Beast
by Nick Flynn
Here again
at the edge of what was,
the river held back
by the stones it has carried,
the knife in your hand
brimming
rain. Inside this day
without beginning or end, it cannot
stand still inside you.
One day I'll leave—not you
but all this—this hunger
that pushes each wave.
Βέβαια, το πρόβλημα είναι κυρίως πως δεν έχουμε και πολλά πια. Τώρα έχουμε τις Au Revoir Simone να τραγουδούν και ίσως να έχουμε και το σώμα μας. Nα υπάρχει ακόμα.
θα ήταν πολύ όμορφο αν μπορούσαμε να ερωτευτούμε πάλι, να έχουμε τον άνθρωπό μας, να έχουμε μια αγκαλιά για όταν είμαστε μόνοι, μα και για όταν δεν είμαστε, να απαγγέλλουμε Rilke ο ένας στον άλλο (αποφοιτήσαμε από τον Yeats, φτάνει με δαύτον) και να πηγαίνουμε πολλά ταξίδια. ο κόσμος είναι τόσο μεγάλος και, στην πραγματικότητα, δεν έχουμε πάει και πουθενά. να χαμογελάμε ο ένας στον άλλο συνωμοτικά, γιατί θα ξέρουμε πως εμείς είμαστε μαζί, δεν είμαστε μόναδες, μαζί, μαζί. Μαζί. like a pair of thieves, που λέει και η Lera Lynn στο τραγούδι. να Βλέπουμε ο ένας τον άλλο, να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο πίσω από κάθε μεταμφίεση,
να υπάρχουμε ως Ένα.
“There he goes.
One of God's own prototypes.
A high-powered mutant of some kind never even considered for mass production.
Too weird to live, and too rare to die.”
― Hunter S. Thompson, Fear and Loathing in Las Vegas
DEAR BROTHERS AND SISTERS,
DEAR ENEMIES AND FRIENDS,
WHY ARE WE ALL SO ALONE HERE? ALL WE NEED IS A LITTLE MORE HOPE, A LITTLE MORE JOY.
ALL WE NEED IS A LITTLE MORE LIGHT, A LITTLE LESS WEIGHT, A LITTLE MORE FREEDOM. IF WE WERE AN ARMY, AND IF WE BELIEVED THAT WE WERE AN ARMY, AND WE BELIEVED THAT EVERYONE WAS SCARED LIKE LITTLE LOST CHILDREN IN THEIR GROWN UP CLOTHES AND POSES;
SO WE ENDED UP ALONE HERE FLOATING THROUGH LONG WASTED DAYS, OR GREAT TRIBULATIONS...
WHILE EVERYTHING FELT WRONG.
GOOD WORDS, STRONG WORDS, WORDS THAT COULD'VE MOVED MOUNTAINS. WORDS THAT NO ONE EVER SAID.
WE WERE ALL WAITING TO HEAR THOSE WORDS AND NO ONE EVER SAID THEM. AND THE TACTICS NEVER HATCHED.
AND THE PLANS WERE NEVER MAPPED.
AND WE ALL LEARNED NOT TO BELIEVE.
AND STRANGE LONESOME MONSTERS LOAFED THROUGH THE HILLS WONDERING WHY...
AND IT IS BEST TO NEVER EVER EVER EVER EVER EVER EVER EVER EVER EVER WONDER WHY.
SO TANGLE -- OH TANGLE US UP IN BRIGHT RED RIBBONS!
LET'S HAVE A PARADE. IT'S BEEN SO LONG SINCE WE HAD A PARADE, SO LET'S HAVE A PARADE! LET'S INVITE ALL OUR FRIENDS.
AND ALL OUR FRIENDS' FRIENDS!
LET'S PROMENADE DOWN THE BOULEVARDS WITH TERRIFIC PRIDE AND LIGHT IN OUR EYES: TWELVE FEET TALL AND STAGGERING...
SICK WITH JOY WITH THE ANGELS THERE AND LIGHT IN OUR EYES.
BROTHERS AND SISTERS, HOPE STILL WAITS IN THE WINGS LIKE A BITTER SPINSTER; IMPATIENT, LONELY AND SHIVERING, WAITING TO BUILD HER GLORIOUS FIRES.
IT'S BECAUSE OF OUR PLANS MAN; OUR BEAUTIFUL RIDICULOUS PLANS.
LET'S LAUNCH THEM LIKE CAREENING JETPLANES.
LET'S CRASH ALL OUR PLANES IN THE RIVER.
LET'S BUILD STRANGE AND RADIANT MACHINES AT THIS JERICHO WAITING TO FALL.
Like a fly to the ointment, your conscience sticks to it.
The limbed and headed machine of pain and undignified suffering is firing up again.
It wants to walk the desert.
Hurting.
Longing.
Dancing to disco music.
Εκείνο το βράδυ, ο Αουρελιάνο έχασε την κρυφή υπομονή που είχε περιμένοντας την ευκαιρία να τη δει. Άρχισε να παραμελεί τη δουλειά του. Τη φώναξε πολλές φορές μ' απελπισμένες προσπάθειες αυτοσυγκέντρωσης, αλλά η Ρεμέδιος δεν απάντησε. Έψαξε να τη βρει στο ραφτάδικο των αδελφών της, πίσω απ' τα παντζούρια του σπιτιού της, στο γραφείο του πατέρα της, αλλά τη συνάντησε μονάχα στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά. Περνούσε ώρες ατελείωτες στο σαλόνι με τη Ρεβέκκα ακούγοντας τα βαλς της πιανόλας. Εκείνη την άκουγε γιατί ήταν η μουσική που της είχε μάθει να χορεύει ο Πέτρο Κρέσπι. Ό Αουρελιάνο την άκουγε γιατί απλώς το καθετί, ακόμα και η μουσική, του θύμιζε τη Ρεμέδιος.
Το σπίτι γέμισε έρωτα. Ο Αουρελιάνο έγραφε ερωτικά ποιήματα χωρίς αρχή και τέλος. Τα 'γραφε στις ξερές περγαμηνές που του χάριζε ο Μελκίαδες, στους τοίχους του μπάνιου, στα μπράτσα του, και παντού εμφανιζόταν η Ρεμέδιος μεταμορφωμένη, η Ρεμέδιος στην αποχαυνωτική ατμόσφαιρα του μεσημεριού, η Ρεμέδιος στη σιωπηλή ανάσα των ρόδων, η Ρεμέδιος στη μυστική κλεψύδρα των σκόρων, η Ρεμέδιος στον αχνό του ψωμιού το ξημέρωμα,
η Ρεμέδιος παντού κι η Ρεμέδιος για πάντα.
Εκατό Χρόνια Μοναξιά, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μτφ. Κλαίτη Σωτηριάδου Μπαράχας)
YΓ1. Η σειρά με έκανε να το ξαναπώ. Νομίζω πια θα το θυμάμαι για πάντα.
ΥΓ3. Είμαστε οι αγαπημένες μας ιστορίες, άλλωστε. Και η σειρά είναι υπέροχη, μακάρι να μπορούσε ο Γκάμπο να τη δει.
It is truly something inconceivable.
You are amazing.
Και τώρα; Με τι θα καταπιαστούμε τώρα; Τι θα γεμίσει την ψυχή μας άραγε, αυτό το κενό που έχουμε μέσα μας; Αυτό το κενό λέω. Αυτό που αδυνατούμε να κλείσουμε γεμίζοντας το με γνώση και αβυσσαλέα προσπάθεια. Ποιο ταξίδι έχουμε να περιμένουμε και σε ποια θάλασσα θα είναι άραγε;
Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα ταχτική στα κηρύγματά του·
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες·
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι από την πόλη στο Όρος των Ελαιών.
Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλαβάστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του·
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ’ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν ότι ηγάπησαν πολύ.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, Μαγδαληνή (1950)
Σε ακούω να μου λες. Το πρόβλημα βέβαια είναι πως εγώ έχω μια ψυχή κάπου μέσα μου. Και πονάει, εδώ και λίγο καιρό. Και νιώθω τον πόνο σαν φωτιά. Φωτιά που ξεκίνησε από το Μεγάλο Κενό Που Δημιουργήθηκε. Που προσπαθώ πάρα πολύ να γεμίσω. Αλλά, μα την αλήθεια, είναι τεράστιο. Δεν με αφήνει να γράψω, να αγαπήσω ή να πω σε κάποιον τι πραγματικά είμαι. Και αλήθεια, τι είμαι; Είμαι κάτι; Αλήθεια, είμαι; Ξέρω μόνο πως γεννήθηκα σε ένα νοσοκομείο. Από αυτά που οι άνθρωποι πάνε να πεθάνουν. Μόνος μου; Εσύ ξέρεις τι είμαι ή δεν το έμαθες ποτέ; Εσύ, είσαι; Αν ναι, τι είσαι; Παλιά νόμιζα πως είμαι όσα θέλεις να είμαι. Τελικά δεν ήμουν. Έχω τόσα να πω και δεν ξέρω πως. Δεν θέλω και να σας κουράζω δηλαδή. Γιατί λογικά περίπου αυτό ήταν, ε; Και τώρα μείνανε μόνο οι αναμνήσεις. Τα χρόνια θα περάσουν και για το υπόλοιπο θα έχουμε μόνο να θαυμάζουμε τον ουρανό κάθε μέρα, θα χαιρόμαστε όταν βρέχει και θα παρατηρούμε την αλλαγή των εποχών. Η κούραση είναι πολύ μεγάλη και είναι και εκείνος ο αγκώνας που πονάει, ξεκούραση συνέστησε ο γιατρός. Και πάλι γράφω σαν την ουδέν μου. Η μάλλον την αντιγράφω, γιατί δεν μπορώ να γράψω σαν αυτή. Γιατί εγώ τι έχω να σας πω; Δεν ξέρω καν τι είμαι. Μα τώρα κανείς δεν θέλει να είμαι κάτι.
Good morning me, did you sleep well?
Did you wake up feeling good?
Do the light and the wind and the smell and the sounds all seem like they're brand new and fresh this morning?
Is each and every cell in your whole body awake and alive now?
Today you are who you are today, see? You're still me, but you're a newer version.
Myself ten years from now... that's so far away it's almost impossible to imagine. Am I alone, or is there a wonderful person next to me? Well, knowing me, I'm sure you're causing all kinds of trouble for lots of different people... I'm sorry, I don't mean to, but it's all right.
That's part of life too isn't it? You're not perfect but you've got a lot to give. So remember - I'll always be cheering you on.
In your time I'm no longer here, but I am here today, and I'll always be cheering for you, right here.
Cheering for you - my only self.
από αυτό